021.

Δύο βοσκοί συζητούν για τα ερωτικά τους κατορθώματα.

– Που λες Μήτσουμ, εδώ σ` αυτό το βραχάκι μπροστά μας έκαμα χθες για πρώτη φορά έρωτα με την Μαριγώ.

– Σώπα, ρε. Τι μι λες;

– Άρε αλήθεια σι λέω ήταν κι μάνα της μπροστά.

– Σώπα, ρε. Κι τι έλεγε, ρε;

– Μπεεεε.


020.

Δύο κολλητοί αγόρασαν από μια Πόρσε. Επειδή ήθελαν να πάνε κόντρα βρίσκουν έναν γύφτο μ’ ένα τρίκυκλο και του λένε πως θα τον δέσουν πίσω απ’ τη μία Πόρσε για να δει ποιος θα νικήσει και αν θέλει να σταματήσει, δεν έχει παρά να ανάψει τα φώτα. Ο γύφτος δέχεται και ξεκινούν. Γκαζώνουν οι Πόρσε, φτάνουν στα 400 και τη στιγμή που περνούν μπροστά απ’ το μπλόκο της τροχαίας, ο γύφτος ανάβει σαν τρελός τα φώτα.

Ο μπάτσος, έκπληκτος δίνει αναφορά και λέει:

– Στο 6ο χλμ. της εθνικής, δύο Πόρσε τρέχουν με 400 χλμ. την ώρα και ένας με τρίκυκλο που τους ακολουθεί ανάβει τα φώτα για να κάνουν στην άκρη να τους περάσει!


019.

Ένας αστρονόμος πάει στην Αφρική για να παρατηρήσει την ηλιακή έκλειψη, από το μοναδικό σημείο παρατήρησης στη γη. Για κακή του τύχη τον πιάνουν οι ανθρωποφάγοι. Η έκλειψη είναι να συμβεί την επομένη το μεσημέρι. Σκέφτεται λοιπόν να παραστάνει τον Θεό, που θα καταστρέψει τον ήλιο, άμα δεν τον ελευθερώσουν. Για να πιάσει το κόλπο χρειάζεται καλό συγχρονισμό. Πιάνει λοιπόν τον φρουρό και τον ρωτάει πότε έχουν σκοπό να τον σκοτώσουν.

– Η παράδοση είναι οι αιχμάλωτοι να εκτελούνται όταν ο ήλιος φτάνει στο υψηλότερο σημείο στον ουρανό την επομένη της σύλληψής τους. Έτσι μπορούμε να τους μαγειρέψουμε και να είναι έτοιμοι για το δείπνο, απαντάει ο φρουρός.

– Τέλεια! Λέει ο αστρονόμος.

– Αλλά επειδή στην περίπτωσή σου όλοι είναι πολύ ενθουσιασμένοι, θα περιμένουμε να τελειώσει η έκλειψη.


018.

Ένας Θεσσαλονικιός παίρνει ένα ταξί στην Αθήνα και κάποια στιγμή λέει στον ταξιτζή.

– Ρε, μεγάλε, πήγαινε λίγο πιο γρήγορα. Τα ταξί στη Θεσσαλονίκη πετάνε.

– Ναι, καλά, λέει ο ταξιτζής.

Μετά από μερικούς μήνες πάει ο ταξιτζής στη Θεσσαλονίκη και μπαίνει σε ένα ταξί.

– Θα με πας, του λέει, στην Εγνατία;

– Σε πιο ύψος θέλεις; Του λέει ο ταξιτζής.

– Από τον δρόμο σιγά - σιγά και κόψε την πλάκα, ρε.


017.

Ο μικρός κανίβαλος βλέπει για πρώτη φορά αεροπλάνο, ρωτάει τη μαμά του:

– Τι είναι αυτό μαμά;

– Κάτι σαν αστακός παιδί μου. Τρως αυτό που έχει μέσα και πετάς το κέλυφος!


016.

Ένας Αμερικανός, ένας Ιάπωνας και ένας Έλληνας ταξιδεύουν με το αεροπλάνο. Ξαφνικά ακούγεται ο χτύπος ενός τηλεφώνου και ο Αμερικανός σηκώνει το χέρι του βάζοντας το μικρό δάκτυλο στο στόμα και τον αντίχειρα στο αφτί του. Ξεκινά να μιλάει και μόλις τελειώνει κατεβάζει το χέρι και έτσι ο Έλληνας τον ρωτάει τι έκανε;

– Δεν το ήξερες; Στην Αμερική μόλις γεννηθεί ένα παιδί του τοποθετούν ένα μικρόφωνο στο μικρό δάκτυλο και ένα ακουστικό στον αντίχειρα και αυτό λειτουργεί σαν τηλέφωνο. Μ’ έπαρση.

Ακούγεται ξανά ο χτύπος τηλεφώνου και ο Ιάπωνας ξεκινά να μιλά. Μόλις τελειώνει τον ρωτά ο Έλληνας, τι κάνει.

– Στην Ιαπωνία μόλις γεννηθεί ένα παιδί του τοποθετούν ένα μικρόφωνο στη γλώσσα και ένα ακουστικό στο αφτί κι έτσι έχει κινητό τηλέφωνο συνέχεια μαζι του, όπου κι αν πάει.

Ο Έλληνας απορεί για όλα όσα άκουσε και κάποια στιγμή του ήρθε ν’ αεριστεί. ΠΡΙΤΣΣΣΣΣ.

– Εεεε…Λένε οι άλλοι δυο.

– Τι πάθατε; Τους απαντά ο Έλληνας.

– Δεν ντρέπεσαι; Εδώ βρήκες ν’ αεριστείς; Λέει ο Αμερικανός.

– Γιατί να ντραπώ; Μόλις έστειλα ένα φαξ στη Δράμα!


015.

Σε μια δεξίωση στην Αγγλία όπου παρευρίσκεται και ο πρεσβευτής της φυλής των Ζουλού τυχαίνει μια συζήτηση περί συγγένειας .

– Ξέρετε Μεγαλειότατη, λέει στη βασίλισσα, έχω και εγώ αγγλικό αίμα στις φλέβες μου .

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό, λέει η βασίλισσα. Μα πώς έγινε όμως ;

– Να, ο πατέρας του παππού μου είχε φάει τον Εγγλέζο πάστορα και αδερφό της αποστολής του λόρδου Χάϊλ!  


014.

Ένας γύφτος βάζει τη γυναίκα του να οδηγήσει το ντάτζουν.

– Πάτα γκάζι…φρένο…γκάζι!!!

Αυτή το ρίχνει σ’ έναν τοίχο και μόλις το κεφάλι της χτυπάει στο τιμόνι αρχίζουν να τρέχουν αίματα.

Τα πιάνει με τα χέρια της και φωνάζει.

– Αίματα!

–Τι έματες;;;


013.

Φεύγει ο Θύμιος από το χωριό του και πάει διακοπές στο Λονδίνο μαζί μ’ ένα γκρουπ από την Αθήνα. Ο ξεναγός τους παρουσιάζει διάφορα τουριστικά μέρη της πόλης. Το Μπινγκ Μπεν, το παλάτι, διάφορα μουσεία και κάποια στιγμή φτάνουν σε μια ανισόπεδη διάβαση.

– Εδώ σκοτώθηκε η Πριγκίπισσα Νταϊάνα. Τους λέει.

– Και πώς σκοτώθηκε; Ρωτάει ο Θύμιος που όση ώρα διαρκεί η ξενάγηση δεν εξέφρασε κάποια απορία.

– Ένα θα σας πω μονάχα. Παπαράτσι.

Ο Θύμιος γυρίζει μετά από λίγες μέρες στο χωριό του και πάει στην πλατεία του χωριού για καφέ.

– Πώς πέρασες Θύμιο στο Λονδίνο; Πού πήγες; Τον ρωτάει ο κοινοτάρχης.

– Τέλεια. Τα γύρισα όλα. Το Μπινγκ Μπεν, το παλάτ, σε μουσεία και σε μια τανάσκελη διάβαση που σκοτώθηκε η πριγκηπέσσα Νταϊάν.

– Πώς σκοτώθηκ εκεί;

– Ένα θα σας πω μονάχα. Παραπάτς.


012.

Πάει ένας γύφτος στην Ιαπωνία να αγοράσει ένα ντάτσουν. Την πρώτη μέρα του λένε δεν είναι ακόμα έτοιμο και περιμένει στο μπαράκι του ξενοδοχείου. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του μπαρ και μπαίνει ο Bruce Lee και τον χτυπάει. Ο γύφτος πέφτει κάτω λιπόθυμος. Ο Bruce Lee λέει στον μπάρμαν.

– Όταν σηκωθεί, πες του ότι ήταν ο Bruce Lee και τον χτύπησε με τη λαβή της κόμπρας. Και φεύγει.

Ο μπάρμαν το λέει στον Γύφτο, όταν συνέρχεται.

Την άλλη μέρα, πάλι στο ίδιο μπαρ, ο Γύφτος δέχεται από τον Bruce Lee ξανά ένα χτύπημα. Και πάλι λέει στον μπάρμαν.

– Όταν σηκωθεί, πες του πως ήταν ο Bruce Lee, και τον χτύπησε με τη λαβή της τίγρης.

Και πάλι την άλλη μέρα επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό.

– Όταν σηκωθεί να του πεις πως ήταν ο Bruce Lee και τον χτύπησε με τη λαβή του δράκου.

Την τέταρτη μέρα μπαίνει ο Bruce Lee στο μπαρ και δε βρίσκει τον γύφτο. Στέκεται στο μπαρ και ένα δυνατό χτύπημα τον ξαπλώνει στο δάπεδο. Ο γύφτος που τον έχει χτυπήσει γυρίζει και λέει στον μπάρμαν.

– Άμα σηκωθεί! Άμα! Να του πεις ότι τον χτύπησε ο γύφτος με γρύλο από ντάτσουν!


011.

Ένας χωριάτης τηλεφωνεί έναν φίλο του στην Αθήνα.

– Φίλε θα έρθω στην Αθήνα για μια δουλειά.

– Εντάξει! Έλα στο σπίτι, θα σε φιλοξενήσω. Ούτε να το σκεφτείς να πας σε ξενοδοχείο.

– Όχι, θα έρθω! Άλλωστε αυτό ήθελα να σου ζητήσω. Είσαι φίλος!

Αργά το απόγευμα φτάνει στο σπίτι του φίλου του, ο οποίος του λέει.

– Θα σε βάλλω να κοιμηθείς με το μωρό.

– Όχι ρε συ. Θα κοιμηθώ στο σαλόνι. Να ταλαιπωρήσουμε το μωρό;

Το πρωί ντύνεται και προτού φύγει για τη δουλειά που είχε να κάνει, μπαίνει στην κουζίνα για να πιει νερό. Εκεί βρίσκει μια κοπελάρα με μίνι νυχτικιά, ξανθιά, λεπτή και πολύ ψηλή.

– Ποια είσαι εσύ; Τη ρωτάει.

– Το μωρό! Εσύ;

– Ο μ@@@@@ς που ήρθε χθες από το χωριό! 


010.

Ο Θύμιος και ο Κίτσος συναντιούνται στο καφενείο του χωριού και λέει ο Θύμιος.

– Άι, αμ πάω με τη γυναικά ς, εκτός από φιλ, πώς θα λεγόμαστ μετά;

– Πατς! 


009.

Πάει ένας ινδιάνος στον αρχηγό του και του λέει:

– Αρχηγέ, θέλω να αλλάξω το όνομά μου.

– Πώς σε λένε; ρωτάει ο αρχηγός.

– Βότσαλο-Που-Κατρακυλάει-Από-Τον-Γκρεμό-Και-Τελικά-Πέφτει-Στο-Ρέμα, απαντάει ο ινδιάνος.

– Και πώς θες να το κάνεις;

– Πλουτς!!!


008.

Ήρθε ένας Αμερικανός στην Αθήνα για διακοπές και πήρε ένα ΤΑΧΙ για να δει την πόλη. Καθώς περνούσαν μπροστά από το Ολυμπιακό Στάδιο ρωτάει τον ταξιτζή:

– Πολύ ωραίο αυτό, πόσο καιρό σας πήρε να το φτιάξετε;

– Τι να σου πω, ρε, φίλε θα πήρε 5-10 χρόνια… Απαντάει ο ταρίφας.

– Τι λες; Τόσο πολύ; Εμείς στο Αμέρικα θα το φτιάχναμε σε 5-10 μήνες, περηφανεύεται ο Αμερικανός.

Πηγαίνουν προς την παραλία και βλέπουν το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

– Οου. Πολύ ωραίο αυτό, πόσο καιρό σας πήρε να το φτιάξετε; Λέει πάλι εκείνος.

– Ε, αυτό σε 3-4 χρόνια ήταν έτοιμο! Λέει ο ταρίφας με μεγαλύτερο θάρρος, αλλά και λίγο εκνευρισμό αυτή τη φορά.

– Τι λες μάι φρέντ; Απαντάει πάλι ο ξένος.

– Εμείς στο Αμέρικα θα το φτιάχναμε σε 3-4 εβδομάδες!

Ο ταξιτζής έχει αρχίσει να θυμώνει και μόλις κάτω απ’ την Ακρόπολη και ο τύπος τον ρωτάει:

– Πολύ ωραίο αυτό, πόσο καιρό σας πήρε να το φτιάξετε; Εκείνος δεν αντέχει και αγανακτισμένος απαντάει:

– ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΡΕ ΦΙΛΕ ! ΧΘΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΔΩ!!! 


007.

Συζητάνε δύο γύφτοι:

– Πολύ βρώμικος είσαι βρε παιδί μου!

– Γιατί εσύ πας πίσω, δηλαδή;

– Ναι, αλλά εγώ είμαι και δυο χρόνια μεγαλύτερος.


006.

Πώς λέει ο Θύμιος το σαμπουάν Wash N Go;

– Αι Πλύς κι Τσακίς.


005.

Πάει ένας γύφτος στον οδοντίατρο, κάθεται στη θέση και ανοίγει το στόμα. Ο γιατρός βλέπει ότι ο ασθενής έχει όλα τα δόντια του χρυσά και λέει.

– Γιατί έχετε έρθει; Σας πονάει κάτι;

– Όχι, δε με πονάει τίποτα. Συναγερμό θέλω να περάσω.


004.

Πήγε ο Θύμιος στην Αθήνα και αφού τελείωσε τις δουλειές του, μπήκε σ’ ένα πολυκατάστημα για ν’ αγοράσει ένα εσώρουχο. Πηγαίνει στον χώρο που βρίσκονται τα εσώρουχα και αρχίζει να ψάχνει. Κάποια στιγμή εμφανίζεται μια πωλήτρια.

– Τι θα θέλατε, κύριε;

– Θα ‘θελα ένα σώβρακο.

– Σλιπ;

– Ε, μ’ λειπ! Για να στο ζητάω, μ’ λειπ!


003.

Πώς λέγεται στα κυπριακά, χούφτωσ’ την !

– Από τον κώλον πιασ’ την!


002.

Ένας Κινέζος σ’ ένα περίπτερο.

– Τσινγκ τσανγκ τσονγκ, τσινγκ τσανγκ τσι, κόκα κόλα.

Και του απαντάει ο περιπτεράς.

– Μια παγωμένη, τι;


001.

– Νομίζω κυρία μου, ότι το μπεζ παλτό σας ταιριάζει.

– Ηη τώρα, μπεζ και κλανί!